撰する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγγράφω (πεζά κείμενα κ.ά.)
- 02 συντάσσω (μια ανθολογία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 撰する
- Παρόν (ευγενικό)
- 撰します
- Άρνηση (απλή)
- 撰しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 撰しません
- Παρελθόν (απλό)
- 撰した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 撰しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 撰しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 撰しませんでした
- Τε-μορφή
- 撰して
- Δυνητική
- 撰できる
- Προστακτική
- 撰しろ
- Βουλητική
- 撰しよう
- Υποθετική (ば)
- 撰すれば
- Υποθετική (たら)
- 撰したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 撰したい
- Απαγορευτική (~な)
- 撰するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 撰しなさい
- Παθητική
- 撰される
- Αιτιατική
- 撰させる