7 αποτελέσματα για «擁»

擁護 ようご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προστασία, υπεράσπιση, υποστήριξη, διαφύλαξη, στήριξη, δικαίωση
擁する ようする

ρήμα

  1. 01 αγκαλιάζω, περισφίγγω
  2. 02 έχω, κατέχω
  3. 03 διοικώ, ηγούμαι, απασχολώ
  4. 04 υποστηρίζω, στηρίζω, συσπειρώνομαι γύρω από
擁立 ようりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποστήριξη (για μια θέση), παροχή στήριξης, βοήθεια (σε κάποιον) για την ανάληψη αξιώματος
擁護者 ようごしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερασπιστής, συνήγορος, υποστηρικτής
擁壁 ようへき

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστήριγμα, τοίχος αντιστήριξης
擁護論 ようごろん

ουσιαστικό

  1. 01 υποστήριξη, υπεράσπιση (π.χ. μιας θέσης σε διάλογο), απολογητική
  1. 01 αγκαλιάζω
  2. 02 αγκαλιάζω
  3. 03 κατέχω
  4. 04 προστατεύω
  5. 05 οδηγώ