50 αποτελέσματα για «擬»

擬態 ぎたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μιμητισμός, μίμηση, καμουφλάζ
擬音 ぎおん

ουσιαστικό

  1. 01 μιμητικός ήχος (σε ταινία, θέατρο κ.λπ.), ηχητικό εφέ
擬人化 ぎじんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωποποίηση, ανθρωπομορφισμός

πρόθημα

  1. 01 ψευδο-, ημι-
擬する ぎする

ρήμα

  1. 01 μιμούμαι, αντιγράφω
  2. 02 προτείνω κάποιον ως υποψήφιο
  3. 03 πιέζω (π.χ. ένα όπλο ενάντια στην πλάτη κάποιου)
  4. 04 συγκρίνω, παρομοιάζω
擬き もどき

ουσιαστικό

  1. 01 παρόμοιος με, ψευδο-, απομίμηση, σε στυλ
  2. 02 κωμικός χαρακτήρας που μιμείται ή παρωδεί τον κύριο χαρακτήρα (στις ιαπωνικές παραστατικές τέχνες)
  3. 03 κριτική, μομφή
擬人 ぎじん

ουσιαστικό

  1. 01 προσομοίωση προσώπου
擬態語 ぎたいご

ουσιαστικό

  1. 01 φαινομίμημα, μιμητική λέξη, λέξη που μιμείται μια ενέργεια, κατάσταση ή τρόπο που δεν παράγει ήχο (π.χ. "νωπός", "ήρεμα")
擬す ぎす

ρήμα

  1. 01 μιμούμαι, αντιγράφω, αναπαριστώ
  2. 02 προτείνω κάποιον ως υποψήφιο
  3. 03 πιέζω (π.χ. ένα όπλο στην πλάτη κάποιου)
  4. 04 παρομοιάζω, συγκρίνω
擬音語 ぎおんご

ουσιαστικό

  1. 01 ηχομιμητική λέξη
擬宝珠 ぎぼし

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητική απόληξη κιγκλιδώματος, κεφαλή κολώνας γέφυρας
  2. 02 άνθος του ουαλικού κρεμμυδιού, άνθος πράσου
  3. 03 χόστα, φυτό του γένους Hosta
擬死 ぎし

ουσιαστικό

  1. 01 υποκριτικός θάνατος, αναίσθητη στάση (φυσιολογική ακινησία), θανατότωση, φαινομενικός θάνατος
擬勢 ぎせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μπλόφα, εξαπάτηση του εχθρού
擬声語 ぎせいご

ουσιαστικό

  1. 01 ηχομιμητική λέξη (δηλαδή λέξη που σχηματίζεται μέσω της ηχομίμησης)
擬人法 ぎしんほう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωποποίηση
擬制 ぎせい

ουσιαστικό

  1. 01 νομικό πλάσμα
擬古 ぎこ

ουσιαστικό

  1. 01 μίμηση κλασικών ύφους
擬餌 ぎじ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητό δόλωμα
擬古文 ぎこぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κλασικίζον ύφος
擬製 ぎせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομίμηση, πλαστογραφία, αντίγραφο