35 αποτελέσματα για «敬»

敬語 けいご N2

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητικός λόγος, ευγενική έκφραση, ευγενική γλώσσα
敬意 けいい N3

ουσιαστικό

  1. 01 σεβασμός, τιμή
敬礼 けいれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χαιρετισμός, στρατιωτικός χαιρετισμός
  2. 02 υπόκλιση
敬う うやまう N2

ρήμα

  1. 01 σέβομαι, τιμώ, ευλαβούμαι, αναγνωρίζω την αξία κάποιου
敬愛 けいあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σεβασμός και αγάπη, εκτίμηση και αφοσίωση
敬意を払う けいいをはらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποδίδω σεβασμό (σε κάποιον)
敬遠 けいえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσποιούμαι τον σεβασμό σε κάποιον ενώ στην πραγματικότητα κρατώ αποστάσεις, αποφεύγω, τηρώ στάση αναμονής
  2. 02 αποφεύγω κάτι δυσάρεστο, αποφεύγω κάτι με δισταγμό
  3. 03 δίνω στον ρόπαλο σκόπιμη βάση (στο μπέιζμπολ)
敬虔 けいけん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευσεβής, θρησκευόμενος
敬称 けいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητικός τίτλος, τιμητική προσφώνηση
敬服 けいふく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεγάλος θαυμασμός, βαθύς σεβασμός
けい

ουσιαστικό

  1. 01 ευλάβεια, σεβασμός
敬慕 けいぼ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγάπη και σεβασμός
敬具 けいぐ N1

ουσιαστικό

  1. 01 με εκτίμηση, με φιλικούς χαιρετισμούς
敬神 けいしん

ουσιαστικό

  1. 01 ευσέβεια, σεβασμός
敬する けいする

ρήμα

  1. 01 σέβομαι
敬老 けいろう

ουσιαστικό

  1. 01 σεβασμός προς τους ηλικιωμένους
敬称略 けいしょうりゃく

άλλο

  1. 01 παράλειψη τίτλων, (ονόματα παρατεθειμένα) χωρίς προσφωνήσεις
敬す けいす

ρήμα

  1. 01 σέβομαι
敬老の日 けいろうのひ

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα σεβασμού προς τους ηλικιωμένους (εθνική εορτή, τρίτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου)
敬白 けいはく

ουσιαστικό

  1. 01 με εκτίμηση, με φιλικούς χαιρετισμούς