193 αποτελέσματα για «数»
数 かず N3
ουσιαστικό
- 01 αριθμός, ποσότητα
数 すう N3
πρόθημα, ουσιαστικό
- 01 αρκετός, λίγος
- 02 αριθμός, ποσότητα, ποσό
- 03 μέτρημα, υπολογισμός, αριθμοί
- 04 αριθμός, ψηφίο
- 05 αριθμός
- 06 μοίρα, πεπρωμένο, έκβαση, εξέλιξη γεγονότων, τάση
数日 すうじつ
ουσιαστικό
- 01 λίγες μέρες
数える かぞえる N3
ρήμα
- 01 μετρώ, απαριθμώ
数字 すうじ N3
ουσιαστικό
- 01 αριθμητικό, ψηφίο, αριθμητικός χαρακτήρας
- 02 νούμερο, αριθμός
- 03 λίγοι χαρακτήρες
数々 かずかず
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πολύς, πολυάριθμος, διάφορος, πλήθος
数年 すうねん
ουσιαστικό
- 01 αρκετά χρόνια, μερικά χρόνια
数人 すうにん
ουσιαστικό
- 01 αρκετοί άνθρωποι, λίγοι άνθρωποι
数十 すうじゅう
ουσιαστικό
- 01 δεκάδες, δεκαετίες
数秒 すうびょう
ουσιαστικό
- 01 λίγα δευτερόλεπτα, μερικά δευτερόλεπτα
数時間 すうじかん
ουσιαστικό
- 01 λίγες ώρες, αρκετές ώρες, δυο-τρεις ώρες
数百 すうひゃく
ουσιαστικό
- 01 αρκετές εκατοντάδες, εκατοντάδες (από)
数分 すうふん
ουσιαστικό
- 01 μερικά λεπτά, λίγα λεπτά
数学 すうがく N4
ουσιαστικό
- 01 μαθηματικά
数日後 すうじつご
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μερικές ημέρες μετά
数多く かずおおく
άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 σε μεγάλο αριθμό, κατά πλήθος
数少ない かずすくない
επίθετο
- 01 λίγος σε αριθμό, ελάχιστος
数年前 すうねんまえ
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 πριν από μερικά χρόνια
数千 すうせん
ουσιαστικό
- 01 χιλιάδες, μερικές χιλιάδες
数回 すうかい
ουσιαστικό
- 01 μερικές φορές, λίγες φορές