3 αποτελέσματα για «旌»

旌 せい

ουσιαστικό

  1. 01 σημαία (αρχικά λάβαρο με φτερά στην κορυφή κονταριού)
旌表 せいひょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έπαινος για τις καλές πράξεις κάποιου και γνωστοποίησή τους στο ευρύ κοινό
旌
  1. 01 σημαία
  2. 02 έπαινος