13 αποτελέσματα για «旦»
旦那 だんな N1
ουσιαστικό
- 01 αφέντης, κύριος (σπιτιού, μαγαζιού κ.λπ.)
- 02 σύζυγος, άντρας
- 03 κύριος, αφεντικό, αφέντης
- 04 προστάτης, χορηγός, ζάμπλουτος εραστής
- 05 ελεημοσύνη, ελεήμων
旦那様 だんなさま
ουσιαστικό
- 01 σύζυγος
- 02 αφέντης (ενός σπιτιού, ενός καταστήματος κ.λπ.)
旦那衆 だんなしゅう
ουσιαστικό
- 01 κύριοι, ευγενείς
旦夕 たんせき
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 έτοιμος να, στα πρόθυρα του
- 02 πρωί και βράδυ, μέρα και νύχτα
旦那芸 だんなげい
ουσιαστικό
- 01 ερασιτεχνισμός, ερασιτεχνική ενασχόληση
旦暮 たんぼ
ουσιαστικό
- 01 αυγή και σούρουπο, πρωί και βράδυ
旦過 たんが
ουσιαστικό
- 01 διανυκτέρευση (περιπλανώμενου ιερέα στον Ζεν Βουδισμό), κατάλυμα περιπλανώμενου ιερέα
- 02 παροχή δωματίου σε περιπλανώμενο ιερέα ώστε να διαλογίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα
旦夕に迫る たんせきにせまる
άλλο, ρήμα
- 01 βρίσκομαι στο χείλος του θανάτου
旦那取り だんなどり
ρήμα
- 01 γίνομαι ερωμένη, υπηρετώ ως παλλακίδα
- 02 υπηρετώ τον κύριό μου
旦つく だんつく
ουσιαστικό
- 01 σύζυγος
旦那氏 だんなし
ουσιαστικό
- 01 αντρούλης, σύζυγος (ο δικός μου)
旦日 たんじつ
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 αύριο, αύριο το πρωί
旦
- 01 αυγή, ξημέρωμα
- 02 αυγή, ξημέρωμα
- 03 πρωί