旦那取り
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γίνομαι ερωμένη, υπηρετώ ως παλλακίδα
- 02 υπηρετώ τον κύριό μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 旦那取りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 旦那取りします
- Άρνηση (απλή)
- 旦那取りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 旦那取りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 旦那取りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 旦那取りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 旦那取りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 旦那取りしませんでした
- Τε-μορφή
- 旦那取りして
- Δυνητική
- 旦那取りできる
- Προστακτική
- 旦那取りしろ
- Βουλητική
- 旦那取りしよう
- Υποθετική (ば)
- 旦那取りすれば
- Υποθετική (たら)
- 旦那取りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 旦那取りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 旦那取りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 旦那取りしなさい
- Παθητική
- 旦那取りされる
- Αιτιατική
- 旦那取りさせる