41 αποτελέσματα για «昇»

昇格 しょうかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή, αναβάθμιση κύρους
昇進 しょうしん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή, ανέλιξη, άνοδος στον βαθμό
昇華 しょうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάχνωση
  2. 02 εξιδανίκευση (μιας παρόρμησης)
  3. 03 εξιδανίκευση (δηλαδή μετασχηματισμός σε μια πιο αγνή ή ανώτερη μορφή)
昇降口 しょうこうぐち

ουσιαστικό

  1. 01 είσοδος, καταπακτή
昇天 しょうてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάληψη (στους ουρανούς), η Ανάληψη
  2. 02 θάνατος
  3. 03 άνοδος στον ουρανό
昇降 しょうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοδος και κάθοδος, πηγαίνω πάνω και κάτω
昇降機 しょうこうき

ουσιαστικό

  1. 01 ανελκυστήρας, ασανσέρ
昇級 しょうきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή, ανέλιξη
昇給 しょうきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση μισθού
昇段 しょうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή βαθμού
昇任 しょうにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή, ανέλιξη
昇竜 しょうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ανερχόμενος δράκος, μεγάλη ορμή
昇殿 しょうでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσοδος στο άδυτο ναού ή ιερού
  2. 02 είσοδος στην αυτοκρατορική αυλή (κατά την περίοδο Χεϊάν)
昇り龍 のぼりりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοδικός δράκος
  2. 02 νομποριρύου (είδος μύκητα, Helvella crispa)
昇降舵 しょうこうだ

ουσιαστικό

  1. 01 πηδάλιο ανόδου και καθόδου
昇汞 しょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 χλωριούχος υδράργυρος, διαβρωτικό υποθειώδες
昇竜拳 しょうりゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 σοριουκέν (κίνηση ανώτερου λακτίσματος με το χέρι στη σειρά παιχνιδιών Street Fighter)
昇順 しょうじゅん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αύξουσα σειρά
昇天祭 しょうてんさい

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή της ανάληψης
昇叙 しょうじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή, ανέλιξη