7 αποτελέσματα για «暈»

暈す ぼかす

ρήμα

  1. 01 θολώνω, σκιάζω, δημιουργώ διαβάθμιση
  2. 02 ασαφοποιώ, καθιστώ διφορούμενο
かさ

ουσιαστικό

  1. 01 άλως (γύρω από τον Ήλιο, τη Σελήνη κ.λπ.), δακτύλιος, στέμμα
暈ける ぼける

ρήμα

  1. 01 ξεθωριάζω, είμαι ασαφής, θολώνω, είμαι εκτός εστίασης
暈し ぼかし

ουσιαστικό

  1. 01 θόλωμα, ασαφοποίηση (π.χ. μιας εικόνας), διαβάθμιση, σκίαση
  2. 02 μποκάσι κομποστοποίηση, κομποστοποίηση με ζύμωση
暈倒病 うんとうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ίλιγγος, ζάλη
暈け ぼけ

ουσιαστικό

  1. 01 θόλωμα, έλλειψη εστίασης, ασαφές οπτικό αποτέλεσμα
  1. 01 άλως
  2. 02 κορόνα
  3. 03 θάμπωμα