11 αποτελέσματα για «曇»

曇る くもる N5

ρήμα

  1. 01 συννεφιάζω, καλύπτομαι με σύννεφα, γίνομαι συννεφιασμένος
  2. 02 θολώνω, θαμπώνω, γίνομαι αχνός
  3. 03 είμαι μελαγχολικός, είμαι σκυθρωπός, έχω θολή έκφραση, είμαι απογοητευμένος
  4. 04 κοιτάζω ελαφρώς προς τα κάτω (για μάσκα νο, υποδηλώνοντας θλίψη, πένθος κ.ά.)
曇り くもり N5

ουσιαστικό

  1. 01 συννεφιά, συννεφιασμένος καιρός
  2. 02 θαμπάδα (σε καθρέφτη, γυαλιά κ.λπ.), θόλωμα (π.χ. σε μάρμαρο), αμαύρωση, ομίχλη, σκιά, σκοτεινιά
  3. 03 μελαγχολία, κατήφεια
曇り空 くもりぞら

ουσιαστικό

  1. 01 συννεφιασμένος ουρανός
曇天 どんてん

ουσιαστικό

  1. 01 συννεφιασμένος ουρανός, μουντός ουρανός, συννεφιά
曇りガラス くもりガラス

ουσιαστικό

  1. 01 θαμπό γυαλί, παγωμένο γυαλί
曇らす くもらす

ρήμα

  1. 01 συννεφιάζω, θολώνω, θαμπώνω, αμαυρώνω, συσκοτίζω, σκοτεινιάζω, πνίγω (τον ήχο)
曇りがち くもりがち

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 συννεφιασμένος, με τάση για συννεφιά
曇り声 くもりごえ

ουσιαστικό

  1. 01 θλιμμένη φωνή, πνιγμένη φωνή
曇度 くもりど

ουσιαστικό

  1. 01 διαφάνεια (βαθμός αδιαφάνειας)
曇らせる くもらせる

ρήμα

  1. 01 συννεφιάζω, θολώνω, σκοτεινιάζω, συνοφρυώνομαι
  1. 01 συννεφιά
  2. 02 συννεφιάζω