6 αποτελέσματα για «曝»

曝す さぼす

ρήμα

  1. 01 εκθέτω στον άνεμο, ξηραίνω στον αέρα
曝書 ばくしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αερισμός βιβλίων
曝涼 ばくりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αερισμός ενδυμάτων, κυλίνδρων με ζωγραφιές κ.λπ. (για την αποτροπή φθορών από έντομα και μούχλα)
曝気 ばっき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αερισμός
曝れる される

ρήμα

  1. 01 υφίσταμαι διάβρωση (π.χ. από την παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο ή τη βροχή), ξεθωριάζω, αποσυντίθεμαι
  1. 01 λευκαίνω
  2. 02 διυλίζω
  3. 03 εκθέτω
  4. 04 αερίζω