181 αποτελέσματα για «月»

つき N4

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγάρι
  2. 02 μήνας
  3. 03 φεγγαρόφωτο
  4. 04 φεγγάρι, φυσικός δορυφόρος
げつ

ουσιαστικό

  1. 01 δευτέρα
月明かり つきあかり

ουσιαστικό

  1. 01 σεληνόφως
月光 げっこう

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγαρόφως, σεληνόφως
月曜日 げつようび N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 δευτέρα
月日 つきひ N2

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος, ημέρες, ζωή
  2. 02 φέγγαρι και ήλιος
月夜 つきよ

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγαρόλουστη νύχτα
月曜 げつよう

ουσιαστικό

  1. 01 Δευτέρα
月末 げつまつ N2

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 τέλος του μήνα
月面 げつめん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια της σελήνης
月並み つきなみ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κάθε μήνα
  2. 02 κοινότοπος, τετριμμένος, συμβατικός, πολυκαιρισμένος
月見 つきみ

ουσιαστικό

  1. 01 θέαση της σελήνης (ιδιαίτερα κατά τον όγδοο μήνα του σεληνιακού ημερολογίου)
月々 つきづき

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 κάθε μήνα, μηνιαίος, από μήνα σε μήνα
月給 げっきゅう N2

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαίος μισθός
月刊 げっかん

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαία έκδοση, μηνιαίο τεύχος
月影 げつえい

ουσιαστικό

  1. 01 σεληνόφως, φεγγάρι, σεληνόφωτες ακτίνες
月日が経つ つきひがたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 περνά ο καιρός, κυλούν οι μέρες και οι μήνες, διαβαίνουν οι μήνες
月一 つきいち

ουσιαστικό

  1. 01 μία φορά τον μήνα
  2. 02 μηνιαίο επιτόκιο 10 τοις εκατό
月を眺める つきをながめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κοιτάζω το φεγγάρι
月下 げっか

ουσιαστικό

  1. 01 στο φως του φεγγαριού