13 αποτελέσματα για «机»
机 つくえ N5
ουσιαστικό
- 01 γραφείο
机に向かう つくえにむかう
άλλο, ρήμα
- 01 κάθομαι στο γραφείο (για μελέτη), βρίσκομαι στο γραφείο μου, ξεκινώ εργασία για επανάληψη, για τα μαθήματα κ.λπ.
机上 きじょう
ουσιαστικό
- 01 πάνω στο γραφείο
- 02 θεωρητικός, ακαδημαϊκός, θεωρητικός (για σχέδια), επιτραπέζιος, στα χαρτιά, ανεκτέλεστος
机上の空論 きじょうのくうろん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 θεωρία γραφείου, ανεφάρμοστο σχέδιο, μη υλοποιήσιμη ιδέα
机を並べる つくえをならべる
άλλο, ρήμα
- 01 συνεργάζομαι (στην ίδια τάξη, στον ίδιο χώρο εργασίας κ.λπ.), είμαι συμμαθητής, κάθομαι ο ένας δίπλα στον άλλον, παρατάσσω τα θρανία το ένα δίπλα στο άλλο
机の足 つくえのあし
ουσιαστικό
- 01 πόδια τραπεζιού
机辺 きへん
ουσιαστικό
- 01 κοντά στο γραφείο
机下 きか
ουσιαστικό
- 01 τιμητική προσφώνηση που προστίθεται στο όνομα του παραλήπτη σε επιστολή
- 02 κάτω από το γραφείο
机上チェック きじょうチェック
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος γραφείου, νοητός έλεγχος κώδικα (διεργασία κατά την οποία ο προγραμματιστής εξετάζει τον κώδικα χειροκίνητα για εντοπισμό σφαλμάτων)
机上検査 きじょうけんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος γραφείου, επιθεώρηση εγγράφων
机上デバッグ きじょうデバッグ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος κώδικα στο χαρτί, εντοπισμός σφαλμάτων στο γραφείο, θεωρητικός έλεγχος
机上版 きじょうばん
ουσιαστικό
- 01 έκδοση γραφείου (λεξικού), λεξικό γραφείου
机
- 01 γραφείο
- 02 τραπέζι