12 αποτελέσματα για «杖»

つえ N1

ουσιαστικό

  1. 01 μπαστούνι, ράβδος, σκήπτρο, μαγικό ραβδί
じょう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος ξυλοδαρμός με ράβδο (60-100 χτυπήματα· η δεύτερη λιγότερο αυστηρή από τις πέντε τιμωρίες του συστήματος ριτσουριό)
杖術 じょうじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τζότζουτσου, μορφή πολεμικής τέχνης με χρήση ραβδιού
杖を携える つえをたずさえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ μπαστούνι
杖状 つえじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ραβδοειδής
杖柱 つえはしら

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο στο οποίο βασίζεται κανείς, στήριγμα
杖とも柱とも頼む つえともはしらともたのむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 βασίζομαι σε κάποιον ως μοναδικό στήριγμα
杖道 じょうどう

ουσιαστικό

  1. 01 τζόντο, είδος πολεμικής τέχνης με χρήση ραβδιού
杖鼓 じょうこ

ουσιαστικό

  1. 01 τζάνγκου (κορεάτικο τύμπανο σε σχήμα κλεψύδρας), τζάνγκο, τσάνγκου
杖に縋るとも人に縋るな つえにすがるともひとにすがるな

άλλο

  1. 01 μην επιβαρύνεις τους άλλους, στηρίξου στο μπαστούνι σου αλλά όχι στους ανθρώπους
杖をつく つえをつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 περπατώ με μπαστούνι
  1. 01 ραβδί
  2. 02 μπαστούνι