7 αποτελέσματα για «枚»

まい

άλλο

  1. 01 επιρρηματικό καταμετρητικό για λεπτά, επίπεδα αντικείμενα (π.χ. φύλλα χαρτιού, πιάτα, νομίσματα)
  2. 02 καταμετρητικό για μερίδες γκιόζα ή σόμπα
  3. 03 καταμετρητικό για βαθμίδες κατάταξης
  4. 04 καταμετρητικό για παλαιστές συγκεκριμένης βαθμίδας
  5. 05 καταμετρητικό για χωράφια ή ορυζώνες
  6. 06 καταμετρητικό για τους μεταφορείς φορείων
枚数 まいすう N2

ουσιαστικό

  1. 01 πλήθος επίπεδων αντικειμένων
  2. 02 διαφορά νικών-ηττών που επηρεάζει την κατάταξη των παλαιστών
枚挙にいとまがない まいきょにいとまがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αναρίθμητος, πάρα πολλοί για να τους απαριθμήσει κανείς
枚挙 まいきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαρίθμηση
枚組 まいぐみ

άλλο

  1. 01 επιθετικός προσδιορισμός για συλλογές ή σύνολα επίπεδων αντικειμένων (π.χ. CD, DVD, κ.λπ.)
枚を銜む ばいをふくむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 φιμώνω (άλογο)
  1. 01 φύλλο από...
  2. 02 μετρητική λέξη για επίπεδα, λεπτά αντικείμενα ή φύλλα