14 αποτελέσματα για «枠»
枠 わく N3
ουσιαστικό
- 01 πλαίσιο, σκελετός
- 02 περίγραμμα, κουτί
- 03 όριο, περιορισμός, ποσόστωση
- 04 κατηγορία, κλάση
- 05 χρονικό διάστημα (σε πρόγραμμα εκπομπής)
- 06 ζωντανή μετάδοση, livestream
- 07 καρούλι (κλωστής), μπομπίνα
枠組み わくぐみ
ουσιαστικό
- 01 πλαίσιο (φυσική κατασκευή), σκελετός
- 02 πλαίσιο (σχεδίου, συστήματος κ.λπ.), δομή, περίγραμμα
枠内 わくない
ουσιαστικό
- 01 εντός των ορίων (πλαίσιο, περιθώρια, τιμή κ.λπ.)
枠外 わくがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός ορίων, εκτός πλαισίου, εκτός πεδίου εφαρμογής
枠線 わくせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή πλέγματος (π.χ. σε υπολογιστικό φύλλο), γραμμή περιγράμματος
枠にはまる わくにはまる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι στερεοτυπικός, κινούμαι μέσα σε στενά καλούπια
枠連 わくれん
ουσιαστικό
- 01 στοιχηματική επιλογή ζεύγους ίππων (bracket win), στοιχηματική επιλογή ζεύγους ίππων (bracket quinella)
枠を付ける わくをつける
άλλο, ρήμα
- 01 πλασιώνω, βάζω πλαίσιο
枠状 わくじょう
ουσιαστικό
- 01 πλαισιωτός, σε σχήμα πλαισίου
枠番連勝 わくばんれんしょう
ουσιαστικό
- 01 στοίχημα σειράς στο ιπποδρόμιο, πρόβλεψη νικητήριου συνδυασμού βάσει ομάδων αλόγων (γουακουμπάν ρενσό)
枠物語 わくものがたり
ουσιαστικό
- 01 πλαίσιο αφήγησης, εγκιβωτισμένη ιστορία
枠形アンテナ わくがたアンテナ
ουσιαστικό
- 01 κεραία πλαισίου
枠乙 わくおつ
άλλο
- 01 ευχαριστώ για τη ζωντανή μετάδοση
枠
- 01 πλαίσιο
- 02 πλαίσιο, σκελετός
- 03 άξονας, αδράχτι
- 04 καρούλι, μπομπίνα
- 05 ορθογώνιο περίγραμμα, πλαίσιο οριοθέτησης
- 06 (κάντζι ιαπωνικής προέλευσης)