40 αποτελέσματα για «柔»

柔らかい やわらかい N4

επίθετο

  1. 01 μαλακός, τρυφερός, ελαστικός, εύκαμπτος, ευλύγιστος, χαλαρός
  2. 02 ήπιος, απαλός, μαλακός, γλυκός
  3. 03 ελαφρύς (θέμα, βιβλίο κ.λπ.), ανεπίσημος, χαλαρός
  4. 04 ευέλικτος (σκέψη, μυαλό κ.λπ.), εύπλαστος, προσαρμόσιμος
柔らか やわらか

επίθετο

  1. 01 μαλακός, τρυφερός, εύκαμπτος, εύπλαστος, ευλύγιστος
  2. 02 απαλός (για χρώμα, φως κ.λπ.), ήπιος, διακριτικός, ευγενικός (για συμπεριφορά, φωνή κ.λπ.)
  3. 03 ανεπίσημος, χαλαρός, ελαφρύς, ευέλικτος (π.χ. σκέψη)
柔軟 じゅうなん N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εύκαμπτος, λυγερός, μαλακός, πλαστικός
  2. 02 γυμναστική
柔和 にゅうわ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πράος, ήπιος, υποχωρητικός, τρυφερός
柔道 じゅうどう N4

ουσιαστικό

  1. 01 τζούντο
柔軟性 じゅうなんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ευκαμψία, ελαστικότητα, απαλότητα, προσαρμοστικότητα
やわ

επίθετο

  1. 01 μαλακός, αδύναμος, εύθραυστος, κακοφτιαγμένος, ασθενής
柔肌 やわはだ

ουσιαστικό

  1. 01 απαλό ανοιχτόχρωμο δέρμα
柔肉 やわにく

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακή σάρκα (ειδικά σε σεξουαλικό πλαίσιο)
柔い やわい

επίθετο

  1. 01 μαλακός
  2. 02 ασθενής
じゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακότητα, απαλότητα, αδυναμία
柔らかな光 やわらかなひかり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απαλό φως
柔術 じゅうじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τζουτζούτσου (πολεμική τέχνη), ζίου ζίτσου, τζουτζούτσου
柔ら やわら

ουσιαστικό

  1. 01 τζούντο, ζίου ζίτσου
柔軟体操 じゅうなんたいそう

ουσιαστικό

  1. 01 ασκήσεις ευλυγισίας
柔弱 にゅうじゃく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αδύναμος, νωθρός, μαλθακός, ασθενικός, θηλυπρεπής
柔軟剤 じゅうなんざい

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακτικό ρούχων
柔らかめ やわらかめ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 σχετικά μαλακός, κάπως μαλακός, μαλακός ως προς την υφή
柔らかみ やわらかみ

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακότητα, απαλότητα
柔道着 じゅうどうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τζουντόγκι, στολή τζούντο