60 αποτελέσματα για «校»

校舎 こうしゃ N3

ουσιαστικό

  1. 01 σχολικό κτίριο, σχολείο
校内 こうない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός του σχολικού χώρου
校門 こうもん

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική πύλη
校長 こうちょう N4

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής σχολείου, διευθύντρια σχολείου
校庭 こうてい N2

ουσιαστικό

  1. 01 αυλή σχολείου, προαύλιο σχολείου, σχολικός χώρος, πανεπιστημιούπολη
こう

επίθημα, άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σχολείο
  2. 02 διόρθωση, τυπογραφικό δοκίμιο
校則 こうそく

ουσιαστικό

  1. 01 σχολικός κανονισμός, σχολικοί κανόνες
校長先生 こうちょうせんせい

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής σχολείου
校長室 こうちょうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο διευθυντή
校外 こうがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός σχολείου, εκτός πανεπιστημιούπολης
校章 こうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολικό έμβλημα, σχολικό σήμα, σχολικό διακριτικό
校風 こうふう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική παράδοση, σχολικά ήθη, πνεύμα του σχολείου
校正 こうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διόρθωση δοκιμίων
  2. 02 βαθμονόμηση
校歌 こうか

ουσιαστικό

  1. 01 σχολικός ύμνος
校外学習 こうがいがくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτική εκδρομή, εξωσχολική μάθηση
校了 こうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση της διόρθωσης δοκιμίων
校閲 こうえつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναθεώρηση, διόρθωση κειμένου
校医 こうい

ουσιαστικό

  1. 01 σχολικός ιατρός
校区 こうく

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική περιφέρεια, σχολική περιοχή
校訓 こうくん

ουσιαστικό

  1. 01 σχολικό δόγμα, κανονισμός σχολής