15 αποτελέσματα για «桁»

けた N2

ουσιαστικό

  1. 01 δοκός, δοκάρι, ζυγό
  2. 02 ψηφίο, δεκάδα, τάξη μεγέθους
桁違い けたちがい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 τάξη μεγέθους ανώτερος, με διαφορά ενός ψηφίου, σε διαφορετική κλάση, απίστευτος, ασύγκριτος, αδιανόητος
桁外れ けたはずれ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απίστευτος, εξαιρετικός, ασυνήθιστος, συγκλονιστικός
桁が違う けたがちがう

άλλο, ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο, έχω εντελώς διαφορετική κλίμακα, ανήκω σε άλλη κατηγορία, έχω διαφορετική τάξη μεγέθους, δεν επιδέχομαι σύγκριση
桁数 けたすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός ψηφίων ή χαρακτήρων
桁下 けたした

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερο ύψος, μέγιστο ύψος, (κατακόρυφο) διάκενο, απόσταση κάτω από δοκό
桁あふれ けたあふれ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερχείλιση
桁落ち けたおち

ουσιαστικό

  1. 01 ακύρωση σημαντικών ψηφίων
桁上げ けたあげ

ουσιαστικό

  1. 01 κρατούμενο (ψηφίου, bit, κ.λπ.)
桁橋 けたばし

ουσιαστικό

  1. 01 δοκογέφυρα
桁上り けたあがり

ουσιαστικό

  1. 01 κρατούμενο (ψηφίου, δυαδικού ψηφίου, κ.λπ.)
桁上げる けたあげる

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω το κρατούμενο (ψηφίου, bit κ.λπ.)
桁上げなし加算 けたあげなしかさん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθεση χωρίς κρατούμενο
桁端 こうたん

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη της ναυτικής κεραίας
  1. 01 δοκάρι
  2. 02 δοκός, φορέας
  3. 03 κατάρτι, δοκάρι
  4. 04 μονάδα, στήλη (λογιστική)