12 αποτελέσματα για «梯»
梯子 はしご N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκάλα
- 02 σκάλες
- 03 μετάβαση σε πολλά μέρη διαδοχικά (π.χ. πηγαίνοντας από μπαρ σε μπαρ)
梯子 ていし
ουσιαστικό
- 01 σκάλα
- 02 σκάλες
梯子段 はしごだん
ουσιαστικό
- 01 σκαλοπάτι, βαθμίδα, κλιμακοστάσιο
梯子を外される はしごをはずされる
άλλο, ρήμα
- 01 μένω ξεκρέμαστος, εγκαταλείπομαι από τους υποστηρικτές μου, χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου, μένω μετέωρος χωρίς βοήθεια
梯団 ていだん
ουσιαστικό
- 01 κλιμάκιο
梯子を掛ける はしごをかける
άλλο, ρήμα
- 01 στήνω σκάλα πάνω σε
梯形 ていけい
ουσιαστικό
- 01 τραπέζιο
梯子乗り はしごのり
ουσιαστικό
- 01 ακροβατικά στην κορυφή της σκάλας
梯子の段 はしごのだん
ουσιαστικό
- 01 βαθμίδα σκάλας
梯梧 でいご
ουσιαστικό
- 01 εριθρίνα η ποικιλόχρωμη (Erythrina variegata), δέντρο ινδικών κοραλλιών
梯 はし
ουσιαστικό
- 01 σκάλα
梯
- 01 σκάλα
- 02 σκάλες
- 03 ακόρεστη ποτοποσία