13 αποτελέσματα για «棄»

棄権 きけん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχή (από ψηφοφορία), παραίτηση (από δικαίωμα), εγκατάλειψη (από αγώνα)
棄却 ききゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόρριψη, απόρριψη (αγωγής ή αίτησης), απόρριψη, εγκατάλειψη, παραίτηση
棄教 ききょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστασία, απαρνήση (π.χ. μιας θρησκείας), εγκατάλειψη
棄民 きみん

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταλελειμμένος πληθυσμός (άνθρωποι που αφέθηκαν στην τύχη τους μετά από πόλεμο ή φυσική καταστροφή)
棄世 きせい

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος
棄権者 きけんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αποχή (αυτός που δεν ψηφίζει)
棄捐 きえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δωρεά, εγκατάλειψη
棄市 きし

ουσιαστικό

  1. 01 θανάτωση με αποκεφαλισμό και δημόσια έκθεση του σώματος (μορφή τιμωρίας στην αρχαία Κίνα)
棄老 きろう

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορική ή θρυλική πρακτική εγκατάλειψης ηλικιωμένων σε βουνά κλπ.
棄言葉 すてことば

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμηρή αποχαιρετιστήρια ατάκα
棄背 きはい

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάλειψη και επιστροφή
棄約 きやく

ουσιαστικό

  1. 01 αθέτηση υπόσχεσης
  1. 01 εγκαταλείπω
  2. 02 πετάω
  3. 03 απορρίπτω
  4. 04 παραιτούμαι
  5. 05 απορρίπτω
  6. 06 θυσιάζω