14 αποτελέσματα για «棋»

棋士 きし

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας σόγκι, επαγγελματίας γκο
棋譜 きふ

ουσιαστικό

  1. 01 καταγραφή παρτίδας γκόου, σόγκι, σκάκι κ.λπ.
棋力 きりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα στο γκο ή στο σόγκι
棋風 きふう

ουσιαστικό

  1. 01 το προσωπικό στυλ παιχνιδιού κάποιου στο σόγκι ή στο γκο
棋聖 きせい

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος δάσκαλος του γκο, κορυφαίος δάσκαλος του σόγκι
棋戦 きせん

ουσιαστικό

  1. 01 τουρνουά γκο ή σόγκι
棋界 きかい

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμος του γκο, κόσμος του σόγκι, κύκλοι του γκο, κύκλοι του σόγκι
棋道 きどう

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνη του σόγκι
  2. 02 τέχνη του γκο
棋院 きいん

ουσιαστικό

  1. 01 οργανισμός γκο, λέσχη γκο, αίθουσα γκο
棋客 きかく

ουσιαστικό

  1. 01 παίκτης σόγκι, παίκτης γκο
棋局 ききょく

ουσιαστικό

  1. 01 σκακιέρα για γκο ή σόγκι
  2. 02 θέση παρτίδας γκο ή σόγκι
棋布 きふ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασπορά, διασκορπισμός (νησιών, πεσσών του Γκό κ.λπ., συχνά με αρμονική ισορροπία), αστερισμός, ακανόνιστη εξάπλωση
棋王 きおう

ουσιαστικό

  1. 01 κιό (ένας από τους οκτώ σημαντικότερους επαγγελματικούς τίτλους στο σόγκι), βασιλιάς του σόγκι
  1. 01 κομμάτι σκάκι
  2. 02 ιαπωνικό σκάκι
  3. 03 σόγκι