44 αποτελέσματα για «棒»
棒 ぼう N3
ουσιαστικό, άλλο
- 01 κοντάρι, ράβδος, βέργα, μπαστούνι, μπατόν
- 02 γραμμή, παύλα
- 03 μονότονα (για ομιλία)
棒立ち ぼうだち
ουσιαστικό
- 01 ορθός, όρθιος σαν πάσσαλος, ανασηκωμένος στα πίσω πόδια (για ζώο)
棒読み ぼうよみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μονοτονική ανάγνωση, ξύλινη εκφορά, ανέκφραστη απαγγελία
- 02 ανάγνωση κλασικού κινεζικού κειμένου χωρίς μεταφορά στην ιαπωνική γλώσσα
棒状 ぼうじょう
ουσιαστικό
- 01 κυλινδρικός ή ραβδόμορφος
棒に振る ぼうにふる
άλλο, ρήμα
- 01 σπαταλώ, θυσιάζω, καταστρέφω, αχρηστεύω, χάνω, αποποιούμαι, πετώ στα σκουπίδια
棒切れ ぼうきれ
ουσιαστικό
- 01 ξύλο, κομμάτι ξύλου, κούτσουρο, τμήμα σπασμένου κονταριού
棒術 ぼうじゅつ
ουσιαστικό
- 01 μποτζούτσου (τέχνη της χρήσης ραβδιού ως όπλο)
棒倒し ぼうたおし
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι κατά το οποίο ο στόχος είναι να ρίξει μια ομάδα τον στύλο της αντίπαλης ομάδας
棒高跳び ぼうたかとび
ουσιαστικό
- 01 άλμα επί κοντώ
棒で殴る ぼうでなぐる
ρήμα
- 01 χτυπώ με ρόπαλο
棒振り ぼうふり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κουνώ ένα ραβδί
- 02 διευθυντής ορχήστρας
- 03 αστυνομικός της περιόδου Έντο
棒グラフ ぼうグラフ
ουσιαστικό
- 01 ραβδόγραμμα, ραβδωτό διάγραμμα
棒人間 ぼうにんげん
ουσιαστικό
- 01 αυτοσχέδια ανθρώπινη φιγούρα από γραμμές, ανθρωπάκι από γραμμές
棒付き ぼうつき
ουσιαστικό
- 01 σε ξυλάκι
棒引き ぼうびき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαγραφή (ειδικότερα σε εγγραφή λογιστικού βιβλίου, αρχείου κ.λπ.), σβήσιμο με γραμμή, διαγράμμιση
- 02 ακύρωση (χρέους), διαγραφή χρέους
- 03 δήλωση φωνήεντος ως μακρού με τη χρήση ειδικού σημείου, σημείο μακρού φωνήεντος
- 04 διελκυστίνδα με χρήση κονταριού
棒を引く ぼうをひく
άλλο, ρήμα
- 01 σχεδιάζω μια γραμμή
棒縞 ぼうじま
ουσιαστικό
- 01 μπούτζιμα, κάθετες ρίγες
棒付きキャンディー ぼうつきキャンディー
ουσιαστικό
- 01 γλειφιτζούρι
棒線 ぼうせん
ουσιαστικό
- 01 ευθεία γραμμή
棒球 ぼうだま
ουσιαστικό
- 01 ευθεία μπαλιά χωρίς ταχύτητα (στην ορολογία του μπέιζμπολ)