103 αποτελέσματα για «次»
次 つぎ N5
ουσιαστικό
- 01 επόμενος, ακόλουθος
- 02 στάδιο, σταθμός
次第 しだい N3
επίθημα, ουσιαστικό
- 01 ανάλογα με, εξαρτώμενο από
- 02 μόλις, αμέσως μετά, με το που
- 03 όπως (π.χ. όπως μου λένε, όπως θέλω), ό,τι (π.χ. ό,τι υπάρχει πρόχειρο)
- 04 σειρά, πρόγραμμα, προτεραιότητα
- 05 περιστάσεις, πορεία των γεγονότων, κατάσταση των πραγμάτων
- 06 λόγος, αιτία
次々 つぎつぎ N3
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 διαδοχικά, το ένα μετά το άλλο
次第に しだいに
επίρρημα
- 01 σταδιακά, σιγά σιγά, λίγο λίγο
次々に つぎつぎに
επίρρημα
- 01 ένα ένα, το ένα μετά το άλλο, διαδοχικά
次回 じかい
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 την επόμενη φορά
次元 じげん
ουσιαστικό
- 01 διάσταση
- 02 οπτική γωνία, σημείο αναφοράς, επίπεδο (κάτι)
次から次へと つぎからつぎへと
άλλο
- 01 διαδοχικά, το ένα μετά το άλλο
次に つぎに
σύνδεσμος
- 01 έπειτα, μετά, στη συνέχεια
次ぐ つぐ N3
ρήμα
- 01 ακολουθώ, έρχομαι μετά, έρχομαι αμέσως μετά, κατατάσσομαι αμέσως μετά, κατατάσσομαι δεύτερος
次 じ
πρόθημα, άλλο
- 01 επόμενος
- 02 υπο- (δηλαδή που περιέχει ένα στοιχείο με χαμηλό σθένος)
- 03 σειρά, αλληλουχία, φορά, φορές
次期 じき
ουσιαστικό
- 01 επόμενη θητεία, επόμενη περίοδος
- 02 επόμενη έκδοση, επόμενη κυκλοφορία
次いで ついで
επίρρημα, σύνδεσμος
- 01 στη συνέχεια, έπειτα, κατόπιν
次男 じなん
ουσιαστικό
- 01 δευτερότοκος γιος
次代 じだい
ουσιαστικό
- 01 επόμενη εποχή
次女 じじょ
ουσιαστικό
- 01 δευτερότοκη κόρη
次のように つぎのように
άλλο, επίρρημα
- 01 με τον ακόλουθο τρόπο, ως εξής
次世代 じせだい
ουσιαστικό
- 01 επόμενη γενιά, μελλοντική γενιά
次の一手 つぎのいって
άλλο, ουσιαστικό
- 01 επόμενη κίνηση
次席 じせき
ουσιαστικό
- 01 αναπληρωτής, βοηθός, δεύτερος στην ιεραρχία, επιλαχών