15 αποτελέσματα για «殴»

殴る なぐる N3

ρήμα

  1. 01 χτυπάω, δέρνω, γρονθοκοπώ
殴りつける なぐりつける

ρήμα

  1. 01 χτυπώ δυνατά, καταφέρω ισχυρό πλήγμα
殴りかかる なぐりかかる

ρήμα

  1. 01 ρίχνω γροθιά, επιτίθεμαι με γροθιά, σηκώνω χέρι εναντίον κάποιου
殴り合い なぐりあい

ουσιαστικό

  1. 01 γρονθοκόπημα, συμπλοκή με γροθιές
殴り飛ばす なぐりとばす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάποιον κάτω με γροθιά, χτυπώ κάτι δυνατά, εκσφενδονίζω κάποιον με γροθιά
殴打 おうだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χτυπώ, πλήττω, χτύπημα
殴り合う なぐりあう

ρήμα

  1. 01 ανταλλάσσω γροθιές, χτυπιέμαι με κάποιον, παλεύω με γροθιές, πλακώνομαι στο ξύλο
殴り倒す なぐりたおす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάτω με γροθιά, νοκ άουτ
殴り込み なぐりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 έφοδος, επίθεση, αντεπίθεση
殴り殺す なぐりころす

ρήμα

  1. 01 σκοτώνω με χτυπήματα, ξυλοκοπώ μέχρι θανάτου
殴り書き なぐりがき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόχειρο γράψιμο, μουτζούρα
殴る蹴る なぐるける

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γρονθοκόπημα και κλώτσημα
殴殺 おうさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θανάτωση με ξυλοδαρμό, φόνος διά ξυλοδαρμού
殴りこむ なぐりこむ

ρήμα

  1. 01 εισβάλλω, εξαπολύω επίθεση, κάνω έφοδο
  1. 01 χτυπώ, επιτίθεμαι
  2. 02 χτυπώ
  3. 03 δέρνω
  4. 04 δέρνω