41 αποτελέσματα για «段»

段階 だんかい N2

ουσιαστικό

  1. 01 στάδιο, βήμα, φάση
  2. 02 επίπεδο, βαθμός, κλάση, διαβάθμιση
  3. 03 σειρά, τάξη
  4. 04 σκάλες
だん N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 σκαλοπάτι, βαθμίδα, σκάλα
  2. 02 ράφι, στρώμα, επίπεδο, σειρά
  3. 03 βαθμός, επίπεδο, τάξη, κατηγορία
  4. 04 νταν (βαθμός προχωρημένης επάρκειας στις πολεμικές τέχνες, στο γκο, στο σόγκι κ.λπ.), βαθμός, τάξη
  5. 05 παράγραφος, απόσπασμα, χωρίο
  6. 06 στήλη (κείμενου, εκτύπωσης)
  7. 07 πράξη (σε καμπούκι, τζορούρι κ.λπ.), τμήμα, ενότητα, σκηνή
  8. 08 σειρά του πίνακα πολλαπλασιασμού (π.χ. η προπαίδεια του πέντε)
  9. 09 στάδιο (σε μια διαδικασία), φάση, περίσταση, στιγμή, κατάσταση
  10. 10 ζήτημα, υπόθεση, περίσταση
  11. 11 βαθμός, έκταση
  12. 12 ενότητα, τμήμα (στον γραπτό λόγο ή στην ομιλία)
段々 だんだん N5

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 σταδιακά, βαθμιαία, σιγά σιγά, όλο και περισσότερο
  2. 02 σκαλοπάτια, σκάλες, κλιμακοστάσιο, αναβαθμίδα
段取り だんどり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόγραμμα, σχέδια, ρυθμίσεις
段ボール ダンボール

ουσιαστικό

  1. 01 κυματοειδές χαρτόνι
  2. 02 χαρτόκουτο, χαρτόκουτα
段違い だんちがい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασύγκριτος, σε άλλο επίπεδο, κλάσεις ανώτερος
  2. 02 άνισος, με διαφορετικό ύψος
段差 だんさ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά επιπέδου (π.χ. στο γκο, στο σότζι)
  2. 02 διαφορά στάθμης (π.χ. δρόμος, πεζοδρόμιο), ράμπα, σκαλοπάτια, ανωμαλία (στο οδόστρωμα)
段階的 だんかいてき

επίθετο

  1. 01 σταδιακός, βαθμιαίος, κλιμακωτός
段落 だんらく

ουσιαστικό

  1. 01 παράγραφος
  2. 02 τέλος, σημείο διακοπής, κατάληξη
段飛ばし だんとばし

άλλο, ρήμα

  1. 01 πήδημα πολλών σκαλοπατιών ταυτόχρονα (π.χ. όταν κάποιος βιάζεται)
段位 だんい

ουσιαστικό

  1. 01 νταν (βαθμίδα σε πολεμικές τέχνες, γκο, κ.λπ.), ανώτερο επίπεδο, βαθμός μαύρης ζώνης
段階評価 だんかいひょうか

επίθημα

  1. 01 βαθμολογημένος σε Ν επίπεδα, αξιολογημένος με κλίμακα Ν βαθμίδων
段々畑 だんだんばたけ

ουσιαστικό

  1. 01 αναβαθμίδες καλλιέργειας, πεζούλες
段平 だんびら

ουσιαστικό

  1. 01 πλατύσπαθο, σπαθί
段丘 だんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αναβαθμίδα, τράπεζα (στη γεωγραφία)
段組み だんぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυστήλη διάταξη, ρύθμιση στηλών
段鼻 だんばな

ουσιαστικό

  1. 01 μύτη σκάλας, προβόλισμα σκαλοπατιού
  2. 02 αετίσια μύτη, κυρτή μύτη
段幕 だんまく

ουσιαστικό

  1. 01 κουρτίνα με οριζόντιες ρίγες
段だら だんだら

ουσιαστικό

  1. 01 φαρδιές οριζόντιες ρίγες διαφορετικών χρωμάτων
  2. 02 ανομοιομορφία, ανισότητα
段を取る だんをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκτώ μαύρη ζώνη, παίρνω βαθμό (στο τζούντο)