13 αποτελέσματα για «殻»

から N3

ουσιαστικό

  1. 01 κέλυφος, φλοιός, περίβλημα, λοβός, άχυρο
かく

ουσιαστικό

  1. 01 φλοιός (π.χ. ηλεκτρονιακός φλοιός)
殻を破る からをやぶる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σπάω το κέλυφος και ξεκινώ από την αρχή, βγαίνω από το καβούκι μου, κάνω μια νέα αρχή, ξεπερνώ τα όρια του εαυτού μου
がら

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 κοτόπουλο (σκελετός για ζωμό), σφάγιο κοτόπουλου
  2. 02 άνθρακας χαμηλής ποιότητας (κοκ)
  3. 03 υπολείμματα, περισσεύματα
殻むき からむき

ουσιαστικό

  1. 01 ξεφλούδισμα (π.χ. αυγών, ξηρών καρπών, καβουριών και παρόμοιων)
殻頂 かくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή οστράκου, αμβώνας
殻を閉ざす からをとざす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κλείνομαι στο καβούκι μου, απομονώνομαι
殻竿 からざお

ουσιαστικό

  1. 01 καραζάο (εργαλείο για το αλώνισμα των σιτηρών)
殻構造 かくこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 κέλυφος
殻斗 かくと

ουσιαστικό

  1. 01 κύπελλο, κάλυκας βελανιδιού
殻果 かくか

ουσιαστικό

  1. 01 καρπός με σκληρό περίβλημα (π.χ. καρύδι, πεκάν, αμύγδαλο)
殻に閉じこもる からにとじこもる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου, κλείνομαι στο καβούκι μου
  1. 01 κέλυφος, φλοιός
  2. 02 τσόφλι