37 αποτελέσματα για «没»
没頭 ぼっとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βυθίζομαι σε κάτι, απορροφώμαι πλήρως από κάτι, αφοσιώνομαι σε κάτι, παραδίδομαι ολοκληρωτικά σε κάτι
没収 ぼっしゅう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάσχεση, δήμευση, δέσμευση
没落 ぼつらく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταστροφή, πτώση, κατάρρευση, ξεπεσμός, χρεοκοπία
没する ぼっする
ρήμα
- 01 βυθίζομαι, δύω
- 02 πεθαίνω, αποδημώ εις Κύριον
- 03 εξαφανίζομαι, χάνομαι
- 04 κατάσχω
没入 ぼつにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απορρόφηση, βύθιση (σε κάτι)
- 02 βύθιση (μέσα σε κάτι)
没 ぼつ
ουσιαστικό, πρόθημα
- 01 θάνατος
- 02 απόρριψη (χειρογράφου κ.λπ.)
- 03 έλλειψη, χωρίς
没交渉 ぼっこうしょう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 έλλειψη σχέσης (με), ανεξαρτησία (από)
没個性 ぼつこせい
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη προσωπικότητας ή ατομικότητας
没後 ぼつご
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μετά θάνατον, μεταθανάτια
没にする ぼつにする
άλλο, ρήμα
- 01 απορρίπτω (χειρόγραφο), απορρίπτω (πρόταση)
没年 ぼつねん
ουσιαστικό
- 01 έτος θανάτου ενός ατόμου
- 02 ηλικία θανάτου
没我 ぼつが
ουσιαστικό
- 01 ανιδιοτέλεια
没薬 もつやく
ουσιαστικό
- 01 σμύρνα
没入感 ぼつにゅうかん
ουσιαστικό
- 01 αίσθηση εμβύθισης (σε βιντεοπαιχνίδι, ταινία κ.λπ.), εμβύθιση
没す もっす
ρήμα
- 01 βυθίζομαι, δύω
- 02 αποθνήσκω, πεθαίνω
- 03 εξαφανίζομαι
- 04 κατάσχω
没却 ぼっきゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγνόηση, παραβλέπω (έναν στόχο), απορρίπτω
没個性的 ぼつこせいてき
επίθετο
- 01 απρόσωπος
没義道 もぎどう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 βαρβαρότητα, απανθρωπιά
没収試合 ぼっしゅうじあい
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι που κατακυρώνεται υπέρ του αντιπάλου (λόγω παράβασης)
没食子 ぼっしょくし
ουσιαστικό
- 01 κηκίδα