6 αποτελέσματα για «浚»

浚う さらう

ρήμα

  1. 01 παρασύρω, ξεπλένω, εκβαθύνω (βυθοκόρηση)
浚渫 しゅんせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκβάθυνση, καθαρισμός βυθού
浚渫船 しゅんせつせん

ουσιαστικό

  1. 01 βυθοκόρος (πλοίο), βυθοκόρο σκάφος
浚渫作業 しゅんせつさぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργασίες βυθοκόρησης
浚渫機 しゅんせつき

ουσιαστικό

  1. 01 βυθοκόρος, εκσκαφέας βυθού
  1. 01 βυθοκορώ
  2. 02 σέρνω
  3. 03 καθαρίζω