17 αποτελέσματα για «浪»
浪漫 ロマン
ουσιαστικό
- 01 ιπποτικό μυθιστόρημα (π.χ. ιπποτικά μυθιστορήματα του Αρθούρου), ηρωική διήγηση
- 02 όνειρο (σχεδόν) απραγματοποίητο, περιπετειώδες πνεύμα, σπουδαίο εγχείρημα, επική περιπέτεια
- 03 μυθιστόρημα (μεγάλης έκτασης)
- 04 ειύδιο, ερωτική σχέση
- 05 ρομαντισμός
浪費 ろうひ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σπατάλη, υπερβολή
浪人 ろうにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρονίν, σαμουράι χωρίς αφέντη
- 02 απόφοιτος λυκείου που αναμένει νέα ευκαιρία για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο μετά από αποτυχία στις ετήσιες εισαγωγικές εξετάσεις
- 03 άνεργος, άτομο χωρίς εργασία
- 04 πλάνητας, περιπλανώμενος
浪士 ろうし
ουσιαστικό
- 01 ρόνιν, σαμουράι χωρίς αφέντη
浪 ろう
άλλο
- 01 υποψήφιος φοιτητής που έχει περάσει Χ έτη μετά την αποφοίτηση από το λύκειο προσπαθώντας να εισαχθεί σε (συγκεκριμένο) πανεπιστήμιο
浪人生 ろうにんせい
ουσιαστικό
- 01 υποψήφιος φοιτητής που αναμένει μια δεύτερη ευκαιρία για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο μετά από αποτυχία στις ετήσιες εισαγωγικές εξετάσεις
浪費家 ろうひか
ουσιαστικό
- 01 σπάταλος, άτομο που ξοδεύει αλόγιστα
浪花節 なにわぶし
ουσιαστικό
- 01 νανιγουαμπούσι, είδος αφηγηματικού τραγουδιού δημοφιλές κατά την περίοδο Έντο
浪々 ろうろう
ουσιαστικό
- 01 περιπλανώμενος, άνεργος, χωρίς εργασία
浪費癖 ろうひへき
ουσιαστικό
- 01 σπάταλες συνήθειες
浪曲 ろうきょく
ουσιαστικό
- 01 ροκιόκου, νανιγουαμπούσι, απαγγελία ιστοριών με συνοδεία σαμισέν
浪人鯵 ろうにんあじ
ουσιαστικό
- 01 γίγας κοκκάλι (Caranx ignobilis)
浪界 ろうかい
ουσιαστικό
- 01 ο κόσμος των ερμηνευτών νανιγουμπούσι
浪花節的 なにわぶしてき
επίθετο
- 01 αυτός που φέρει το παλιό αίσθημα του νανιγουαμπούσι, χαρακτηρισμένος από τα διπλά θέματα του καθήκοντος και της συμπόνιας που διακρίνουν τις μπαλάντες νανιγουαμπούσι
浪花っ子 なにわっこ
ουσιαστικό
- 01 ντόπιος κάτοικος της Οσάκα
浪漫思想 ろうまんしそう
ουσιαστικό
- 01 ρομαντική σκέψη, φιλοσοφία του ρομαντισμού
浪
- 01 περιπλανώμενος
- 02 κύμα
- 03 κυματισμός
- 04 απερίσκεπτος
- 05 αχαλίνωτος