20 αποτελέσματα για «浴»

浴びる あびる N5

ρήμα

  1. 01 κάνω ντους, λούζομαι, απολαμβάνω (π.χ. τον ήλιο), εκτίθεμαι (π.χ. στον ήλιο), πλημμυρίζω (π.χ. φως), κατακλύζομαι (π.χ. φως), καλύπτομαι από
  2. 02 δέχομαι (π.χ. επίθεση, κριτική, έπαινο), προσελκύω (π.χ. προσοχή), κατακλύζομαι από (π.χ. κριτική, έπαινο)
浴びせる あびせる

ρήμα

  1. 01 περιχύνω
浴衣 ゆかた N2

ουσιαστικό

  1. 01 γιουκάτα, ελαφρύ βαμβακερό κιμονό που φοριέται το καλοκαίρι ή χρησιμοποιείται ως ρόμπα μπάνιου
浴室 よくしつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 μπάνιο
浴槽 よくそう

ουσιαστικό

  1. 01 μπανιέρα
浴場 よくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 λουτρό, δημόσιο λουτρό
  2. 02 μπάνιο
浴びせかける あびせかける

ρήμα

  1. 01 καταβρέχω, περιλούζω
  2. 02 βομβαρδίζω (με ερωτήσεις), κατακλύζω (με επαίνους), εξαπολύω (ύβρεις), εκτοξεύω (προσβολές)
浴する よくする

ρήμα

  1. 01 λούζομαι, κάνω μπάνιο
  2. 02 δέχομαι, απολαμβάνω (τιμή, εύνοια, κ.λπ.)
浴す よくす

ρήμα

  1. 01 λούζομαι
  2. 02 δέχομαι (μια τιμή, κ.λπ.)
浴客 よっきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 λουόμενος, επισκέπτης (σε ιαματικά λουτρά)
浴後 よくご

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μετά το λουτρό
浴衣がけ ゆかたがけ

ουσιαστικό

  1. 01 φορώ γιουκάτα, (με) την ανεπίσημη θερινή μου κιμονό
浴びせ倒し あびせたおし

ουσιαστικό

  1. 01 ρίψη του αντιπάλου στο έδαφος με το βάρος του σώματος, αμπισετάοσι
浴用 よくよう

ουσιαστικό

  1. 01 για χρήση στο μπάνιο
浴舎 よくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 απλό λουτρό (ειδικά σε ιαματικές πηγές)
浴殿 よくでん

ουσιαστικό

  1. 01 λουτρό, λουτρώνας
浴仏会 よくぶつえ

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή εορτασμού της γέννησης του Βούδα (πραγματοποιείται στις 8 Απριλίου), γιορτή των γενεθλίων του Βούδα
浴衣帯 ゆかたおび

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη για γιουκάτα
浴療学 よくりょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 λουτρολογία (μελέτη των ιαματικών λουτρών)
  1. 01 λούζω
  2. 02 απολαμβάνω
  3. 03 απολαμβάνω