3 αποτελέσματα για «涜»

涜神 とくしん

ουσιαστικό

  1. 01 βλασφημία
涜職 とくしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφθορά (ιδίως δημόσιου υπαλλήλου), δωροδοκία
  1. 01 μολύνω
  2. 02 βλασφημώ
  3. 03 εγκαταλείπω