2 αποτελέσματα για «涵»

涵養 かんよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλλιέργεια (χαρακτήρα, αρετής, κ.λπ.), ενίσχυση, ανάπτυξη (π.χ. μιας δεξιότητας)
  2. 02 εμπλουτισμός (υπόγειων υδάτων)
  1. 01 βυθίζω