6 αποτελέσματα για «淀»
淀む よどむ
ρήμα
- 01 λιμνάζω
- 02 καθιζάνω, κατακάθομαι
- 03 νωχελικός γίνομαι, ατονώ
- 04 καθυστερώ, διστάζω, τραυλίζω, σκοντάφτω στον λόγο
淀み よどみ
ουσιαστικό
- 01 στασιμότητα, καθίζηση, ίζημα, λιμνάζοντα ύδατα
- 02 δισταγμός, αναποφασιστικότητα, παύση
淀みない よどみない
επίθετο
- 01 εύρυθμος, ομαλός, ρέων
淀みなく よどみなく
επίρρημα
- 01 άπταιστα, αδίστακτα, χωρίς δισταγμό
淀木瓜 よどぼけ
ουσιαστικό
- 01 ανθισμένη κυδωνιά του είδους Choenomeles lagenaria, γιαδομπόκε
淀
- 01 λιμνούλα
- 02 δίνη