18 αποτελέσματα για «渇»

渇く かわく N3

ρήμα

  1. 01 διψώ
  2. 02 διψώ για κάτι, επιθυμώ σφόδρα
渇望 かつぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έντονη επιθυμία, λαχτάρα, δίψα
渇き かわき

ουσιαστικό

  1. 01 δίψα
  2. 02 λαχτάρα, δίψα (για αγάπη, γνώση κ.λπ.), πόθος
かつ

ουσιαστικό

  1. 01 δίψα
渇仰 かつごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λατρεία, σεβασμός, εκτίμηση
渇する かっする

ρήμα

  1. 01 διψώ, είμαι άνυδρος
渇水 かっすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λειψυδρία
渇愛 かつあい

ουσιαστικό

  1. 01 δίψα, πόθος, επιθυμία
渇望者 かつぼうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που επιθυμεί έντονα, λαίμαργος
渇水期 かっすいき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος ξηρασίας
渇す かっす

ρήμα

  1. 01 διψώ, ξεραίνομαι
渇筆 かっぴつ

ουσιαστικό

  1. 01 καπίτσου, πινέλο που δίνει θολό αποτέλεσμα στη γραφή ή στη ζωγραφική
渇死 かっし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πεθαίνω από τη δίψα
渇を癒やす かつをいやす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεδιψώ
渇しても盗泉の水を飲まず かっしてもとうせんのみずをのまず

άλλο

  1. 01 προτιμώ να λιμοκτονήσω παρά να πλουτίσω από ανέντιμα μέσα, δεν υποβιβάζομαι σε άδικες πράξεις όσο απελπισμένος κι αν είμαι, απέχω από το να πιω από την πηγή που ονομάζεται Πηγή των Ληστών ακόμα κι αν διψώ
渇に臨みて井を穿つ かつにのぞみてせいをうがつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποτυγχάνω να κάνω έγκαιρες προετοιμασίες, δεν σκάβω πηγάδι παρά μόνο όταν διψάσω
渇に臨みて井を掘る かつにのぞみていをほる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποτυγχάνω να κάνω έγκαιρες προετοιμασίες, δεν σκάβω πηγάδι παρά μόνο όταν διψάσω
  1. 01 δίψα
  2. 02 στερεύω
  3. 03 ξεραίνω