106 αποτελέσματα για «減»

減る へる N3

ρήμα

  1. 01 μειώνομαι (σε μέγεθος ή αριθμό), ελαττώνομαι, λιγοστεύω, συρρικνώνομαι, καταλαγιάζω
減らす へらす N3

ρήμα

  1. 01 μειώνω, ελαττώνω, περιορίζω, συντομεύω
減少 げんしょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση, ελάττωση, πτώση
減速 げんそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβράδυνση
減点 げんてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφαιρώ βαθμούς, αφαιρώ πόντους
  2. 02 αφαιρεθέντες βαθμοί
げん

ουσιαστικό

  1. 01 μείωση, περιορισμός
  2. 02 αφαίρεση
  3. 03 μείωση ποινής (σύμφωνα με τους κώδικες ριτσουριό)
減じる げんじる

ρήμα

  1. 01 ελαττώνομαι, μειώνομαι, λιγοστεύω, υποχωρώ
  2. 02 ελαττώνω, μειώνω, περικόπτω, μετριάζω, περιορίζω
  3. 03 αφαιρώ, παρακρατώ, αφαιρώ από το σύνολο
減衰 げんすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξασθένιση, απόσβεση, φθορά
減退 げんたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακμή, υποχώρηση, αποτυχία, φθορά, μείωση, απώλεια
減刑 げんけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση ποινής, μετατροπή ποινής
減るもんじゃない へるもんじゃない

άλλο

  1. 01 δεν είναι δα και τίποτα σπουδαίο, δεν χάνεις τίποτα, δεν είναι λόγος για ανησυχία
減額 げんがく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση (ειδικά σε τιμή ή κόστος), ελάττωση, περικοπή
減量 げんりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απώλεια βάρους (ειδικά σωματικού βάρους), μείωση βάρους
  2. 02 απώλεια ποσότητας, μείωση ποσότητας
減給 げんきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περικοπή μισθού, μείωση αποδοχών
減俸 げんぽう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση μισθού, περικοπή μισθού
減ずる げんずる

ρήμα

  1. 01 ελαττώνομαι, μειώνομαι, λιγοστεύω, υποχωρώ
  2. 02 ελαττώνω, μειώνω, περικόπτω, μετριάζω, περιορίζω
  3. 03 αφαιρώ, αφαιρώ από το σύνολο
減税 げんぜい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση φόρου
減殺 げんさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελάττωση, μείωση, περιορισμός
減圧 げんあつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποσυμπίεση
減免 げんめん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση και απαλλαγή (π.χ. φόρων), ελάφρυνση και άφεση (π.χ. στο ποινικό δίκαιο)