93 αποτελέσματα για «準»
準備 じゅんび
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προετοιμασία, διευθετήσεις, ετοιμασία, πρόβλεψη, προμήθεια, οργάνωση, κράτηση
準 じゅん
πρόθημα
- 01 ημι-, σχεδόν, συνεργαζόμενος
準備万端 じゅんびばんたん
άλλο
- 01 πλήρως προετοιμασμένος, όλα έτοιμα
準備室 じゅんびしつ
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα προετοιμασίας
準備運動 じゅんびうんどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προθέρμανση, ασκήσεις προθέρμανσης
準備中 じゅんびちゅう
ουσιαστικό
- 01 υπό προετοιμασία, (για κατάστημα) δεν έχει ανοίξει ακόμα για το κοινό
準備期間 じゅんびきかん
ουσιαστικό
- 01 προπαρασκευαστική φάση, περίοδος προετοιμασίας
準決勝 じゅんけっしょう
ουσιαστικό
- 01 ημιτελικός
準じる じゅんじる N1
ρήμα
- 01 ακολουθώ (κανόνα, προηγούμενο, κ.λπ.), συμμορφώνομαι με (τον νόμο, πρότυπα, κ.λπ.), βασίζομαι σε, εφαρμόζω αναλογικά
- 02 είμαι ανάλογος με
- 03 αντιστοιχώ σε, ισοδυναμώ με, αντιμετωπίζομαι με τον ίδιο τρόπο όπως
準ずる じゅんずる
ρήμα
- 01 συμμορφώνομαι με (κανόνα, προηγούμενο κ.λπ.), ακολουθώ, εφαρμόζω αναλογικά
- 02 είμαι ανάλογος με
- 03 αντιστοιχώ σε, ισοδυναμώ με, αντιμετωπίζομαι κατά τον ίδιο τρόπο με
準優勝 じゅんゆうしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δευτεραθλητής, τερματίζω στη δεύτερη θέση
準備体操 じゅんびたいそう
ουσιαστικό
- 01 ασκήσεις προθέρμανσης
準備不足 じゅんびぶそく
ουσιαστικό
- 01 ανεπαρκής προετοιμασία, έλλειψη προετοιμασίας
準拠 じゅんきょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βασίζομαι σε κάτι, ακολουθώ (κανόνα, οδηγίες κ.λπ.), συμμορφώνομαι με (πρότυπα, κανονισμούς κ.λπ.), τηρώ
準備金 じゅんびきん
ουσιαστικό
- 01 αποθεματικό κεφάλαιο
準備委員会 じゅんびいいんかい
ουσιαστικό
- 01 προπαρασκευαστική επιτροπή
準える なぞらえる
ρήμα
- 01 παρομοιάζω, συγκρίνω
- 02 μιμούμαι, παίρνω ως πρότυπο, ακολουθώ το παράδειγμα
準決勝戦 じゅんけっしょうせん
ουσιαστικό
- 01 ημιτελικός αγώνας τουρνουά
準急 じゅんきゅう N1
ουσιαστικό
- 01 ημιταχύς συρμός, τοπικό εξπρές, δευτερεύων εξπρές
準惑星 じゅんわくせい
ουσιαστικό
- 01 νάνος πλανήτης