14 αποτελέσματα για «溺»

溺れる おぼれる N3

ρήμα

  1. 01 πνίγομαι, βυθίζομαι
  2. 02 αφήνομαι, ενδίδω, παρασύρομαι, εθίζομαι, βυθίζομαι (μεταφορικά), κυλιέμαι
溺愛 できあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τυφλή λατρεία, αλόγιστη αγάπη, υπερβολική στοργή (για παιδί)
溺死 できし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από πνιγμό
溺れ死ぬ おぼれしぬ

ρήμα

  1. 01 πεθαίνω από πνιγμό, πνίγομαι
溺死体 できしたい

ουσιαστικό

  1. 01 πνιγμένο πτώμα
溺らす おぼらす

ρήμα

  1. 01 πνίγω
  2. 02 εθίζω, παρασύρω σε υπερβολική απόλαυση
溺死者 できししゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πνιγμένος
溺れ死に おぼれじに

ουσιαστικό

  1. 01 πνιγμός
溺れる者は藁をも掴む おぼれるものはわらをもつかむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται
溺水 できすい

ουσιαστικό

  1. 01 πνιγμός
溺れ込む おぼれこむ

ρήμα

  1. 01 πνίγομαι, εθίζομαι, ενθουσιάζομαι υπερβολικά
溺れ損なう おぼれそこなう

ρήμα

  1. 01 παρ' ολίγον να πνιγώ
溺れ谷 おぼれだに

ουσιαστικό

  1. 01 βυθισμένη κοιλάδα, ρία
  1. 01 πνίγομαι
  2. 02 αφήνομαι