29 αποτελέσματα για «滞»
滞在 たいざい N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαμονή, παραμονή
滞る とどこおる N1
ρήμα
- 01 λιμνάζω, καθυστερώ, μένω πίσω
- 02 καθυστερώ (για πληρωμή), ληξιπρόθεσμος, εκκρεμώ
滞り とどこおり
ουσιαστικό
- 01 στασιμότητα, εμπόδιο, καθυστέρηση
滞在中 たいざいちゅう
ουσιαστικό
- 01 κατά τη διάρκεια παραμονής
滞空 たいくう
ουσιαστικό
- 01 παραμονή στον αέρα, αεροπλοΐα
滞留 たいりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στασιμότητα, ακινησία, συσσώρευση, στοίβαγμα
- 02 παραμονή, διαμονή
滞在期間 たいざいきかん
ουσιαστικό
- 01 διάρκεια παραμονής
滞納 たいのう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθυστέρηση πληρωμής, ληξιπρόθεσμη οφειλή, αθέτηση υποχρέωσης, υπαίτια καθυστέρηση
滞りなく とどこおりなく
επίρρημα
- 01 χωρίς καθυστέρηση, ομαλά, απρόσκοπτα
滞空時間 たいくうじかん
ουσιαστικό
- 01 διάρκεια πτήσης
滞在費 たいざいひ
ουσιαστικό
- 01 έξοδα διαμονής (αυτά που προκύπτουν κατά τη διάρκεια μιας σύντομης ή μακράς παραμονής)
滞陣 たいじん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στρατοπέδευση
滞京 たいきょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραμονή στην πρωτεύουσα, παραμονή στο Τόκιο
滞在地 たいざいち
ουσιαστικό
- 01 μέρος όπου διαμένει ή παραμένει κάποιος
滞在客 たいざいきゃく
ουσιαστικό
- 01 φιλοξενούμενος, επισκέπτης
滞在歴 たいざいれき
ουσιαστικό
- 01 ιστορικό διαμονής, ταξιδιωτικό ιστορικό
滞納者 たいのうしゃ
ουσιαστικό
- 01 απλήρωτος, αυτός που δεν εξοφλεί τους λογαριασμούς του
滞貨 たいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συσσώρευση εμπορευμάτων, συμφόρηση εμπορευμάτων
- 02 συσσώρευση απούλητων προϊόντων, συσσώρευση αποθέματος, στοκ εμπορευμάτων, αποθέματα, απούλητο απόθεμα
滞日 たいにち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραμονή στην Ιαπωνία
滞欧 たいおう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραμονή στην Ευρώπη