5 αποτελέσματα για «滾»

滾る たぎる

ρήμα

  1. 01 βράζω, κοχλάζω
  2. 02 αναβλύζω (π.χ. καταρράκτης, χείμαρρος), αφρίζω, κυλώ ορμητικά
  3. 03 ξεχειλίζω (για συναισθήματα), πλημμυρίζω (π.χ. μαχητικό πνεύμα), κοχλάζω (ειδικά για το αίμα)
滾々 こんこん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 άφθονα, ορμητικά
滾らせる たぎらせる

ρήμα

  1. 01 βράζω, προκαλώ βρασμό
  2. 02 διεγείρω (συναισθήματα), πυροδοτώ, προκαλώ έξαρση
滾らす たぎらす

ρήμα

  1. 01 βράζω, φέρνω σε σημείο βρασμού
  1. 01 ρέω
  2. 02 βράζω