15 αποτελέσματα για «漆»
漆黒 しっこく
ουσιαστικό
- 01 κατάμαυρος, κάτασπρος (ως προς τη βαθύτητα του χρώματος)
漆 うるし
ουσιαστικό
- 01 ασιατικό λάκα, βερνίκι
- 02 ιαπωνικό βερνικόδεντρο (Toxicodendron vernicifluum, παλαιότερα Rhus verniciflua)
漆喰 しっくい
ουσιαστικό
- 01 κονίαμα, σοβάς, stucco
漆塗り うるしぬり
ουσιαστικό
- 01 λάκα, αντικείμενο με επικάλυψη λάκας
漆器 しっき
ουσιαστικό
- 01 λακωμένα αντικείμενα, αντικείμενα με επικάλυψη λάκας, εργασία με λάκα
漆絵 うるしえ
ουσιαστικό
- 01 πίνακας με λάκα
漆工 しっこう
ουσιαστικό
- 01 λακαριστή τέχνη, τεχνική λάκας
漆芸 しつげい
ουσιαστικό
- 01 τέχνη της λάκας (σιτσουγκέι)
漆屋 うるしや
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα λάκας, τεχνίτης λάκας
漆かぶれ うるしかぶれ
ουσιαστικό
- 01 δερματίτιδα από ουρουσιόλη, εξάνθημα από δηλητηριώδη κισσό, δερματίτιδα εξ επαφής προκαλούμενη από ουρουσιόλη, δερματίτιδα από τοξικόδενδρο, δερματίτιδα από ρούς
漆樹 しつじゅ
ουσιαστικό
- 01 λακαδόδεντρο, κινεζικό βερνικόδεντρο (Toxicodendron vernicifluum)
漆負け うるしまけ
ουσιαστικό
- 01 δερματίτιδα εξ επαφής από ουρουσιόλη, εξάνθημα από δηλητηριώδη κισσό, δερματίτιδα από τοξικοδένδρο, δερματίτιδα από ρούς
漆書 しっしょ
ουσιαστικό
- 01 γραφή με ιαπωνική λάκα
漆細工 うるしざいく
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο από λάκα
漆
- 01 λάκα, βερνίκι
- 02 βερνίκι
- 03 επτά