7 αποτελέσματα για «漕»

漕ぐ こぐ

ρήμα

  1. 01 κωπηλατώ, κάνω κουπί
  2. 02 κάνω πετάλι (ποδήλατο κ.ά.)
  3. 03 κάνω κούνια
  4. 04 λειτουργώ (χειροκίνητη αντλία)
  5. 05 διασχίζω πιέζοντας (πυκνή βλάστηση, βαθύ χιόνι κ.ά.)
漕ぎ出す こぎだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω την κωπηλασία, ξεκινώ να κωπηλατώ
  2. 02 αποπλέω (π.χ. στη θάλασσα), ξεκινώ με βάρκα
  3. 03 αρχίζω το πετάλι, ξεκινώ να κάνω πετάλι
漕ぎ手 こぎて

ουσιαστικό

  1. 01 κωπηλάτης, ερέτης
漕ぎ寄せる こぎよせる

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω κωπηλατώντας (π.χ. ένα πλοίο)
漕艇 そうてい

ουσιαστικό

  1. 01 κωπηλασία, βαρκάδα
漕艇場 そうていじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κωπηλατοδρόμιο, κωπηλατικό κέντρο
  1. 01 κωπηλασία
  2. 02 δίκωπο
  3. 03 κουπί