16 αποτελέσματα για «漬»

漬け づけ

επίθημα

  1. 01 τουρσί
  2. 02 διατηρημένος σε, εμβαπτισμένος σε
  3. 03 υπερβολική εξάρτηση από, υπερβολική χρήση, εθισμός, βύθιση σε, έντονη ενασχόληση με
漬ける つける N4

ρήμα

  1. 01 μουλιάζω, βυθίζω, βουτάω
  2. 02 τουρσί, συντηρώ (σε αλάτι, ξύδι, κλπ.)
漬物 つけもの

ουσιαστικό

  1. 01 τσουκεμόνο (τουρσί λαχανικά)
漬け込む つけこむ

ρήμα

  1. 01 τουρσί ολόκληρο ή σε μεγάλη ποσότητα
漬物石 つけものいし

ουσιαστικό

  1. 01 βάρος για τουρσιά (πέτρα που τοποθετείται πάνω στα τουρσιά)
漬け汁 つけじる

ουσιαστικό

  1. 01 μαρινάδα
漬物屋 つけものや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα τουρσιών, πωλητής τουρσιών
漬く つく

ρήμα

  1. 01 βυθίζομαι
  2. 02 τουρσί
漬けっぱなし つけっぱなし

ουσιαστικό

  1. 01 αφήνω (κάτι) να μουλιάσει
漬けダレ つけだれ

ουσιαστικό

  1. 01 σάλτσα για βούτηγμα
漬け焼き つけやき

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό ψημένο σε μείγμα σάλτσας σόγιας, μίριν κ.λπ., ψήσιμο με σάλτσα σόγιας, μίριν κ.λπ.
漬けタレ つけたれ

ουσιαστικό

  1. 01 σάλτσα για βούτηγμα
漬け菜 つけな

ουσιαστικό

  1. 01 τουρσί λαχανικά
漬け魚 つけざかな

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρι σε άλμη, παστό ψάρι
漬物器 つけものき

ουσιαστικό

  1. 01 σκεύος για τουρσί, πιεστήριο λαχανικών
  1. 01 πάστωμα
  2. 02 μουλιάζω
  3. 03 υγραίνω
  4. 04 μουλιάζω