4 αποτελέσματα για «漱»

漱ぐ すすぐ

ρήμα

  1. 01 ξεπλένω (το στόμα μου), κάνω γαργάρες
漱ぐ くちすすぐ

ρήμα

  1. 01 κάνω γαργάρες, ξεπλένω το στόμα μου
漱石枕流 そうせきちんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ανυποχώρητος άνθρωπος που αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί το λάθος του
  1. 01 γαργαρίζω
  2. 02 ξεπλένω το στόμα