10 αποτελέσματα για «潔»

潔い いさぎよい

επίθετο

  1. 01 αξιοπρεπής (για ήττα, συγγνώμη, κ.λπ.), ευγενικός, έντιμος (π.χ. θάνατος), ευγενής, γενναίος, θαρραλέος, ανδρείος, αθλητικός
  2. 02 ακέραιος, δίκαιος, ειλικρινής, καθαρός (καρδιά), αθώος
  3. 03 αμόλυντος (για τοπίο, κ.λπ.), αγνός, καθαρός
潔白 けっぱく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αθωότητα, αγνότητα, καθαρότητα, εντιμότητα, ακεραιότητα
潔癖 けっぺき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 σχολαστικότητα, αγάπη για την καθαριότητα
  2. 02 ακεραιότητα, τιμιότητα, ηθική αυστηρότητα, ανικανότητα ανοχής στην ανεντιμότητα
潔癖症 けっぺきしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική σχολαστικότητα, εμμονή με την καθαριότητα
  2. 02 μανιακός με την καθαριότητα
潔癖性 けっぺきしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εμμονή με την καθαριότητα, σχολαστικότητα
潔しとしない いさぎよしとしない

άλλο, επίθετο

  1. 01 θεωρώ κάτι ασυμβίβαστο με την ηθική μου, έχω τον απαιτούμενο αυτοσεβασμό ώστε να μην υποκύψω σε κάτι
潔斎 けっさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θρησκευτική αποχή, εξαγνισμός
潔しとせず いさぎよしとせず

άλλο

  1. 01 δεν το θεωρώ έντιμο, δεν το θεωρώ αντάξιο του εαυτού μου (να κάνω κάτι), έχω πολύ υψηλό ηθικό φρόνημα (για να κάνω κάτι)
潔し いさぎよし

ουσιαστικό

  1. 01 υπερηφάνεια, περιφρόνηση
  1. 01 αμόλυντος
  2. 02 αγνός, καθαρός, άδολος
  3. 03 καθαρός
  4. 04 δίκαιος
  5. 05 γενναίος, ανδρείος, ιπποτικός