20 αποτελέσματα για «濁»

濁る にごる N2

ρήμα

  1. 01 θολώνω, μολύνομαι, ακαθαρίζομαι (για υγρό ή αέριο)
  2. 02 θαμπώνω, γίνομαι ασαφής, βραχνιάζω (για ήχο, χρώμα κ.λπ.)
  3. 03 μολύνομαι, διαφθείρομαι (για την καρδιά κάποιου, μια κοινωνία κ.λπ.)
  4. 04 γίνομαι ηχηρός (για σύμφωνο), προφέρομαι ως ηχηρός φθόγγος
濁す にごす

ρήμα

  1. 01 θολώνω (υγρό), κάνω θολό
  2. 02 καθιστώ ασαφή, αποφεύγω (π.χ. το θέμα), είμαι μη δεσμευτικός
濁流 だくりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 λασπωμένο ρεύμα
濁り にごり

ουσιαστικό

  1. 01 θολότητα, αδιαφάνεια
  2. 02 ακαθαρσία (του κόσμου, της καρδιάς κ.ά.)
  3. 03 ντακούτεν (διακριτικό σημείο που υποδηλώνει ηχηρό σύμφωνο)
  4. 04 ακατέργαστο σάκε
濁音 だくおん

ουσιαστικό

  1. 01 συλλαβή με ηχηρό σύμφωνο (στα ιαπωνικά), ηχηρός φθόγγος
濁声 だくせい

ουσιαστικό

  1. 01 βραχνή φωνή, γδαρμένη φωνή, λαρυγγική φωνή, βραχνιασμένη φωνή, τραχιά φωνή
濁点 だくてん

ουσιαστικό

  1. 01 δακουτέν, διακριτικό σημείο που χρησιμοποιείται με τα κανά και μετατρέπει ένα άηχο σύμφωνο σε ηχηρό
濁水 だくすい

ουσιαστικό

  1. 01 λασπωμένο νερό, θολό νερό
濁り酒 にごりざけ

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστο σάκε, αφιλτράριστο σάκε, θολό σάκε
濁酒 どぶろく

ουσιαστικό

  1. 01 ντομπουρόκου (αφιλτράριστο σάκε)
濁り水 にごりみず

ουσιαστικό

  1. 01 θολό νερό
濁世 だくせ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός ο διεφθαρμένος ή παρακμιακός κόσμος, αυτός ο κόσμος ή η ζωή, ο κόσμος της ανθρωπότητας
濁った頭 にごったあたま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μπερδεμένο κεφάλι, θολωμένο μυαλό
濁った世の中 にごったよのなか

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτός ο διεφθαρμένος κόσμος
濁度 だくど

ουσιαστικό

  1. 01 θαλερότητα, θολότητα
濁り江 にごりえ

ουσιαστικό

  1. 01 λασπώδης κολπίσκος ή ρυάκι
濁り点 にごりてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδια φωνήεντος ή σύμφωνα με ήχο (νιγκοριτέν)
濁度計 だくどけい

ουσιαστικό

  1. 01 θολόμετρο, νεφελόμετρο, θολωσίμετρο
濁色 だくしょく

ουσιαστικό

  1. 01 θαμπό χρώμα, θολό χρώμα, μουντό χρώμα
  1. 01 ηχηρός
  2. 02 ακαθαρσία
  3. 03 λάθος
  4. 04 νιγκόρι
  5. 05 ακαθαρσία