6 αποτελέσματα για «濫»
濫觴 らんしょう
ουσιαστικό
- 01 πηγή, αρχή, καταγωγή
濫造 らんぞう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερπαραγωγή, απρόσεκτη κατασκευή, μαζική παραγωγή (προϊόντων χαμηλής ποιότητας)
濫りがわしい みだりがわしい
επίθετο
- 01 ηθικά διεφθαρμένος, ακατάστατος, άσεμνος
濫りがましい みだりがましい
επίθετο
- 01 ηθικά διεφθαρμένος
濫訴 らんそ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταχρηστική ή αβάσιμη δικαστική αγωγή, παρενοχλητική δικονομία
濫
- 01 υπερβολικός
- 02 υπερχείλιση, πλημμύρα
- 03 απλώνω, διαχέω, εξαπλώνομαι