37 αποτελέσματα για «災»
災害 さいがい N1
ουσιαστικό
- 01 καταστροφή, θεομηνία, ατυχία
災難 さいなん N2
ουσιαστικό
- 01 συμφορά, ατυχία, καταστροφή
災厄 さいやく
ουσιαστικό
- 01 συμφορά, καταστροφή, ατύχημα
災い わざわい
ουσιαστικό
- 01 καταστροφή, θεομηνία, ατυχία, μπελάς, συμφορές
災いする わざわいする
ρήμα
- 01 καταστρέφω, προκαλώ βλάβη, προξενώ προβλήματα, έχω αρνητικές συνέπειες, οδηγώ σε άσχημο αποτέλεσμα
災禍 さいか
ουσιαστικό
- 01 καταστροφή, ατύχημα, συμφορά, όλεθρος
災害級 さいがいきゅう
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο καταστροφής (για ζέστη, βροχόπτωση κ.λπ.), ακραίος, δριμύς
災害対策 さいがいたいさく
ουσιαστικό
- 01 αντιμετώπιση καταστροφών, μέτρα για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, έλεγχος καταστροφών, αποκατάσταση μετά από καταστροφή
災害救助 さいがいきゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 διάσωση σε καταστροφές
災いを招く わざわいをまねく
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ συμφορά στον εαυτό μου, προσκαλώ τη δυστυχία, επιδιώκω την καταστροφή
災害派遣 さいがいはけん
ουσιαστικό
- 01 επιχείρηση παροχής βοήθειας σε καταστροφές, αποστολή ανακούφισης από καταστροφές
災害対策本部 さいがいたいさくほんぶ
ουσιαστικό
- 01 γραφείο αντιμετώπισης καταστροφών (προσωρινή δομή σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης), αρχηγείο ελέγχου καταστροφών, αρχηγείο ανταπόκρισης σε καταστροφές
災難に遭う さいなんにあう
άλλο, ρήμα
- 01 υφίσταμαι συμφορά, αντιμετωπίζω ατυχία
災い転じて福となす わざわいてんじてふくとなす
άλλο, ρήμα
- 01 μετατρέπω μια ατυχία σε ευκαιρία (ειδικά μέσω των δικών μου προσπαθειών), μετατρέπω μια πιθανή καταστροφή προς όφελός μου
災害関連死 さいがいかんれんし
ουσιαστικό
- 01 θάνατος σχετικός με καταστροφή, θάνατος συνεπεία καταστροφής
災害医療 さいがいいりょう
ουσιαστικό
- 01 ιατρική καταστροφών
災害保険 さいがいほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση καταστροφών
災異 さいい
ουσιαστικό
- 01 φυσική καταστροφή, θεομηνία
災害地 さいがいち
ουσιαστικό
- 01 περιοχή που έχει πληγεί από φυσική καταστροφή
災害対策基本法 さいがいたいさくきほんほう
ουσιαστικό
- 01 βασικός νόμος περί αντιμετώπισης καταστροφών