26 αποτελέσματα για «炎»
炎 ほのお N3
ουσιαστικό
- 01 φλόγα, φωτιά
- 02 φλόγες (έντονων συναισθημάτων, π.χ. αγάπης, ζήλιας, θυμού), πάθος
炎 えん
επίθημα
- 01 -ίτιδα (υποδηλώνει φλεγμονώδη νόσο)
炎上 えんじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τυλίγομαι στις φλόγες, καταστρέφομαι από πυρκαγιά (ειδικά για μεγάλο κτίριο)
- 02 ξεσηκώνω θύελλα επικρίσεων στο διαδίκτυο (για άρθρο, ανάρτηση, δήλωση κ.λπ.), γίνομαι στόχος διαδικτυακού λιντσαρίσματος
炎天下 えんてんか
ουσιαστικό
- 01 κάτω από τον καυτό ήλιο, μέσα σε αποπνικτική ζέστη
炎症 えんしょう
ουσιαστικό
- 01 φλεγμονή, ερεθισμός
炎熱 えんねつ
ουσιαστικό
- 01 πνιγηρή ζέστη
炎天 えんてん
ουσιαστικό
- 01 καυτή ζέστη, καυτός ήλιος
炎々 えんえん
άλλο, επίρρημα
- 01 φλογερός, πυρακτωμένος
炎暑 えんしょ
ουσιαστικό
- 01 καύσωνας, έντονη ζέστη
炎色 えんしょく
ουσιαστικό
- 01 χρώμα της φλόγας, φλογοκόκκινο, έντονο κοκκινωπό, πορτοκαλί
炎色反応 えんしょくはんのう
ουσιαστικό
- 01 αντίδραση φλόγας, δοκιμασία φλόγας, δοκιμασία χρωματισμού φλόγας
炎症性 えんしょうせい
ουσιαστικό
- 01 φλεγμονώδης, προφλεγμονώδης
炎熱地獄 えんねつじごく
ουσιαστικό
- 01 οι φλόγες της κολάσεως
炎光 えんこう
ουσιαστικό
- 01 φλόγα
炎夏 えんか
ουσιαστικό
- 01 καυτό καλοκαίρι
- 02 καρδιά του καλοκαιριού
炎威 えんい
ουσιαστικό
- 01 καυτερή ζέστη (του ήλιου)
炎症性腸疾患 えんしょうせいちょうしっかん
ουσιαστικό
- 01 φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, φλεγμονώδης εντεροπάθεια
炎陽 えんよう
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρινός ήλιος, καλοκαίρι
炎靄 えんあい
ουσιαστικό
- 01 καυτή ατμόσφαιρα του καλοκαιριού
炎症病巣 えんしょうびょうそう
ουσιαστικό
- 01 φλεγμονώδες σημείο, εστία φλεγμονής